rigging
ri
ˈrɪ
ri
gging
gɪng
ging
ringing

Ορισμός και σημασία του "rigging"στα αγγλικά

01

εξοπλισμός, ιστιοφορία

gear consisting of ropes etc. supporting a ship's masts and sails 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
riggings
02

εξοπλισμός, ιστιοφορία

formation of masts, spars, sails, etc., on a vessel 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store