rigged
rigged
rɪgd
rigd
ruggedringedraggedridged

Ορισμός και σημασία του "rigged"στα αγγλικά

01

στημένος, χειραγωγημένος

dishonestly arranged or manipulated to produce a desired outcome 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rigged
συγκριτικός βαθμός
more rigged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company faced backlash for its rigged hiring process. 

Η εταιρεία αντιμετώπισε αντιδράσεις για τη στημένη διαδικασία πρόσληψής της.

Λεξικό Δέντρο

unrigged
rigged
rig
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store