Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rifle
01
τουφέκι, βερνίκι
a long gun suitable for shooting a target over long distances, which is held along shoulder while aiming the target
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rifles
Παραδείγματα
The museum displayed historical rifles used by soldiers throughout different periods of warfare.
Το μουσείο παρουσίασε ιστορικά τουφέκια που χρησιμοποιήθηκαν από στρατιώτες σε διάφορες περιόδους πολέμου.
to rifle
01
λεηλατώ, κλέβω
to steal items, especially by breaking into or looting a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rifle
γ΄ ενικό πρόσωπο
rifles
ενεστώτα μετοχή
rifling
απλός αόριστος
rifled
παθητική μετοχή
rifled
Παραδείγματα
Vandals rifled the donation box at the church.
Οι βάνδαλοι λεηλάτησαν το κουτί δωρεών στην εκκλησία.
02
ψάχνω βιαστικά, ανασκαλεύω
to search hurriedly or without permission, often by rummaging through someone else's possessions
Παραδείγματα
The spy rifled the files before escaping.
Ο κατάσκοπος έψαξε τα αρχεία πριν δραπετεύσει.



























