Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Riffraff
01
αλητεία, αποβράσματα
a group of people who are considered low-class or undesirable
informal
offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The event was filled with rich elites, no riffraff allowed.
Η εκδήλωση ήταν γεμάτη πλούσιες ελίτ, δεν επιτρεπόταν αληταρία.



























