riffraff
Pronunciation
/ˈɹɪˌfɹæf/
riff‑raff

Ορισμός και σημασία του "riffraff"στα αγγλικά

01

αλητεία, αποβράσματα

a group of people who are considered low-class or undesirable
informal
offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The event was filled with rich elites, no riffraff allowed.
Η εκδήλωση ήταν γεμάτη πλούσιες ελίτ, δεν επιτρεπόταν αληταρία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store