riff
riff
rɪf
rif
piffbifftiffmiff

Ορισμός και σημασία του "riff"στα αγγλικά

01

ένα riff, ένα επαναλαμβανόμενο μουσικό μοτίβο

a short, repeated musical pattern found in both jazz and popular music, serving as a prominent and recognizable element within a song or composition 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
riffs
Παραδείγματα
The guitarist played a catchy riff that got everyone on their feet. 

Ο κιθαρίστας έπαιξε έναν ελκυστικό riff που έκανε όλους να σηκωθούν.

02

Ριφ, Ριφιανός

a Berber ethnic group native to the Rif region in northern Morocco 
Παραδείγματα
The Riff have a distinct language and cultural traditions. 

Οι Ριφ έχουν μια ξεχωριστή γλώσσα και πολιτιστικές παραδόσεις.

to riff
01

παίζω ριφ, αυτοσχεδιάζω ριφ

to play a short, repeated musical phrase, often as an accompaniment or improvisation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
riff
γ΄ ενικό πρόσωπο
riffs
ενεστώτα μετοχή
riffing
απλός αόριστος
riffed
παθητική μετοχή
riffed
Παραδείγματα
The guitarist riffed over the main chord progression. 

Ο κιθαρίστας έπαιξε riff πάνω στην κύρια ακολουθία χορδών.

02

ξεφυλλίζω, περιηγούμαι

to browse a book or other written material casually 
Παραδείγματα
He riffed through the files, searching for a clue. 

Αυτός ξεπέρασε τα αρχεία, αναζητώντας ένα στοιχείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store