Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Riff
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
riffs
Παραδείγματα
The guitarist played a catchy riff that got everyone on their feet.
Ο κιθαρίστας έπαιξε έναν ελκυστικό riff που έκανε όλους να σηκωθούν.
02
Ριφ, Ριφιανός
a Berber ethnic group native to the Rif region in northern Morocco
Παραδείγματα
The Riff have a distinct language and cultural traditions.
Οι Ριφ έχουν μια ξεχωριστή γλώσσα και πολιτιστικές παραδόσεις.
to riff
01
παίζω ριφ, αυτοσχεδιάζω ριφ
to play a short, repeated musical phrase, often as an accompaniment or improvisation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
riff
γ΄ ενικό πρόσωπο
riffs
ενεστώτα μετοχή
riffing
απλός αόριστος
riffed
παθητική μετοχή
riffed
Παραδείγματα
The guitarist riffed over the main chord progression.
Ο κιθαρίστας έπαιξε riff πάνω στην κύρια ακολουθία χορδών.
02
ξεφυλλίζω, περιηγούμαι
to browse a book or other written material casually
Παραδείγματα
He riffed through the files, searching for a clue.
Αυτός ξεπέρασε τα αρχεία, αναζητώντας ένα στοιχείο.



























