riffraff
riff
ˈrɪf
rif
raff
ˌræf
rāf
riff‑raff

Ορισμός και σημασία του "riffraff"στα αγγλικά

01

αλητεία, αποβράσματα

a group of people who are considered low-class or undesirable 
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The police cleared out the riffraff from the area. 

Η αστυνομία εκκαθάρισε τον όχλο από την περιοχή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store