riding
ri
ˈraɪ
ραι
ding
dɪng
ντινγκ
/ɹˈa‍ɪdɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "riding"στα αγγλικά

01

ιππασία, καβαλίκεμα

travel by being carried on horseback
riding definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

ιππασία, καβαλίκεμα

the state or act of a person who rides a horse
riding definition and meaning
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store