Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Riddle
01
αίνιγμα, γρίφος
a guessing game that involves at least two players in which participants ask a question that has a surprising or clever answer
Παραδείγματα
He told a tricky riddle that no one could solve.
Είπε ένα δύσκολο αίνιγμα που κανείς δεν μπορούσε να λύσει.
02
χονδρό κόσκινο, σκληρό κόσκινο
a coarse sieve (as for gravel)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
riddles
to riddle
01
εξηγώ ένα αίνιγμα, λύω ένα αίνιγμα
explain a riddle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
riddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
riddles
ενεστώτα μετοχή
riddling
απλός αόριστος
riddled
παθητική μετοχή
riddled
02
τρυπώ με πολλές τρύπες, διατρυπώ
pierce with many holes
03
προβάλλω αίνιγμα, θέτω αίνιγμα
set a difficult problem or riddle
04
μιλώ με αινίγματα, αινιγματίζω
speak in riddles
05
κοσκινίζω, διαχωρίζω
separate with a riddle, as grain from chaff
06
διαδίδω, διασπείρω
spread or diffuse through
LanGeek



























