riddle
ri
ˈrɪ
ri
ddle
dəl
dēl
raddleruddlereddle

Ορισμός και σημασία του "riddle"στα αγγλικά

01

αίνιγμα, γρίφος

a guessing game that involves at least two players in which participants ask a question that has a surprising or clever answer 
riddle definition and meaning
Παραδείγματα
He told a tricky riddle that no one could solve. 

Είπε ένα δύσκολο αίνιγμα που κανείς δεν μπορούσε να λύσει.

02

χονδρό κόσκινο, σκληρό κόσκινο

a coarse sieve (as for gravel) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
riddles
to riddle
01

εξηγώ ένα αίνιγμα, λύω ένα αίνιγμα

explain a riddle 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
riddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
riddles
ενεστώτα μετοχή
riddling
απλός αόριστος
riddled
παθητική μετοχή
riddled
02

τρυπώ με πολλές τρύπες, διατρυπώ

pierce with many holes 
03

προβάλλω αίνιγμα, θέτω αίνιγμα

set a difficult problem or riddle 
04

μιλώ με αινίγματα, αινιγματίζω

speak in riddles 
05

κοσκινίζω, διαχωρίζω

separate with a riddle, as grain from chaff 
06

διαδίδω, διασπείρω

spread or diffuse through 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store