accursed
Pronunciation
/ˌæˈkɝst/

Ορισμός και σημασία του "accursed"στα αγγλικά

01

καταραμένος, καταδικασμένος

condemned to suffer or face misfortune as a result of supernatural punishment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most accursed
συγκριτικός βαθμός
more accursed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The villagers feared the accursed forest, where strange occurrences were said to happen after dark.
Οι χωρικοί φοβόντουσαν το καταραμένο δάσος, όπου λέγεται ότι συνέβαιναν παράξενα γεγονότα μετά το σούρουπο.

Λεξικό Δέντρο

accursed
accurse
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store