accursed
a
ə
ē
ccursed
ˈkɜ:st
kēst
accused

Ορισμός και σημασία του "accursed"στα αγγλικά

01

καταραμένος, καταδικασμένος

condemned to suffer or face misfortune as a result of supernatural punishment 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most accursed
συγκριτικός βαθμός
more accursed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The accursed tomb was said to bring doom upon anyone who disturbed it. 

Λέγεται ότι ο καταραμένος τάφος έφερνε καταστροφή σε όποιον τον διατάρασσε.

Λεξικό Δέντρο

accursed
accurse
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store