Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accursed
01
καταραμένος, καταδικασμένος
condemned to suffer or face misfortune as a result of supernatural punishment
Παραδείγματα
The villagers feared the accursed forest, where strange occurrences were said to happen after dark.
Οι χωρικοί φοβόντουσαν το καταραμένο δάσος, όπου λέγεται ότι συνέβαιναν παράξενα γεγονότα μετά το σούρουπο.
Λεξικό Δέντρο
accursed
accurse



























