Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accursed
01
καταραμένος, καταδικασμένος
condemned to suffer or face misfortune as a result of supernatural punishment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most accursed
συγκριτικός βαθμός
more accursed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The accursed tomb was said to bring doom upon anyone who disturbed it.
Λέγεται ότι ο καταραμένος τάφος έφερνε καταστροφή σε όποιον τον διατάρασσε.
Λεξικό Δέντρο
accursed
accurse



























