Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rhomboid
01
ρομβοειδές, παραλληλόγραμμο χωρίς ορθές γωνίες
(geometry) a parallelogram with four straight sides and no right angles
02
ρομβοειδής, ρομβοειδής μυς
any of several muscles of the upper back that help move the shoulder blade
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rhomboids
rhomboid
01
ρομβοειδής, σε σχήμα ρομβοειδούς
resembling a slanted or tilted rectangle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The kite had a rhomboid shape, soaring gracefully in the sky.
Το χαρταετός είχε ρομβοειδές σχήμα, πετώντας με χάρη στον ουρανό.
Λεξικό Δέντρο
rhomboidal
rhomboid



























