Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rhapsodize
01
ενθουσιάζω, εξυμνώ
to speak or write in an enthusiastic or intense manner about someone or something one admires
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rhapsodize
γ΄ ενικό πρόσωπο
rhapsodizes
ενεστώτα μετοχή
rhapsodizing
απλός αόριστος
rhapsodized
παθητική μετοχή
rhapsodized
Παραδείγματα
The art critic rhapsodized about the painter's innovative techniques in her new exhibition.
Ο κριτικός τέχνης ενθουσιάστηκε με τις καινοτόμες τεχνικές του ζωγράφου στη νέα του έκθεση.
02
απαγγέλλω με πάθος, ραψωδώ
to recite or perform a form of literary work characterized by great passion, emotion, or enthusiasm
Παραδείγματα
The actor rhapsodized an epic poem on stage with great dramatic flair.
Ο ηθοποιός απαγγέλλει ένα επικό ποίημα στη σκηνή με μεγάλη δραματική αίσθηση.
Λεξικό Δέντρο
rhapsodize
rhapsody



























