Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to revolve around
01
περιστρέφεται γύρω από, επικεντρώνεται σε
to focus on something or someone as the primary subject or point of interest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
revolve
ενεστώτας
revolve around
γ΄ ενικό πρόσωπο
revolves around
ενεστώτα μετοχή
revolving around
απλός αόριστος
revolved around
παθητική μετοχή
revolved around
Παραδείγματα
The plot of the movie revolves around a detective solving a complex mystery.
Η πλοκή της ταινίας περιστρέφεται γύρω από έναν ντετέκτιβ που λύνει ένα πολύπλοκο μυστήριο.
02
περιστρέφεται γύρω, γυρίζει γύρω
to rotate in a circular motion around a central point
Παραδείγματα
The Earth revolves around the Sun in its annual orbit.
Η Γη περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο στην ετήσια τροχιά της.



























