Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reviser
01
επιμελητής
someone who puts text into appropriate form for publication
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
revisers
Λεξικό Δέντρο
reviser
revise



























