Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reversibly
01
αντιστρεπτά, με αντιστρεπτό τρόπο
in a way that can be changed or returned to its previous state
Παραδείγματα
The modifications to the design are meant to be applied reversibly, allowing for adjustments as needed.
Οι τροποποιήσεις στο σχέδιο προορίζονται να εφαρμοστούν αντιστρεπτά, επιτρέποντας προσαρμογές όπως απαιτείται.
Λεξικό Δέντρο
irreversibly
reversibly
reversible
revers
vers



























