Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reverence
01
σέβομαι, λατρεύω
regard with feelings of respect and reverence; consider hallowed or exalted or be in awe of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
reverence
γ΄ ενικό πρόσωπο
reverences
ενεστώτα μετοχή
reverencing
απλός αόριστος
reverenced
παθητική μετοχή
reverenced
Reverence
01
σεβασμός
an act showing respect (especially a bow or curtsy)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reverences
02
σεβασμός, λατρεία
a reverent mental attitude
03
σεβασμός, λατρεία
a great and intense feeling of respect or admiration
Παραδείγματα
She looked at the historic artifact with reverence, knowing its historical importance.
Κοίταξε το ιστορικό αντικείμενο με σεβασμό, γνωρίζοντας την ιστορική του σημασία.



























