to reverberate
Pronunciation
/ɹɪˈvɝbɝeɪt/, /ɹɪˈvɝbɝət/

Ορισμός και σημασία του "reverberate"στα αγγλικά

to reverberate
01

αντηχώ, ηχώ

to resound or echo with a deep, prolonged sound, often creating a lasting impression or effect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reverberate
γ΄ ενικό πρόσωπο
reverberates
ενεστώτα μετοχή
reverberating
απλός αόριστος
reverberated
παθητική μετοχή
reverberated
Παραδείγματα
The church bells reverberated across the town, signaling the start of the ceremony.
Οι καμπάνες της εκκλησίας αντηχήσαν σε όλη την πόλη, σηματοδοτώντας την έναρξη της τελετής.
02

επεξεργάζομαι σε αντανακλαστικό κλίβανο, λιώνω σε αντανακλαστικό κλίβανο

treat, process, heat, melt, or refine in a reverberatory furnace
03

αναπηδώ, αντηχώ

spring back; spring away from an impact
04

αντηχώ, αντανακλώ

to throw or bend back (from a surface)
05

αντηχώ, αντανακλώ

be reflected as heat, sound, or light or shock waves
06

αντηχώ, έχει μακροχρόνια ή συνεχή επίδραση

have a long or continuing effect

Λεξικό Δέντρο

reverberating
reverberation
reverberate
reverber
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store