revenge
re
ri
venge
ˈvɛnʤ
venj
revenue

Ορισμός και σημασία του "revenge"στα αγγλικά

01

εκδίκηση, αντίποινα

the act of seeking punishment against someone who has wronged or hurt one in some way 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He sought revenge for the betrayal. 

Εζήτησε εκδίκηση για την προδοσία.

to revenge
01

εκδικούμαι, παίρνω εκδίκηση

to inflict harm or punishment on someone in response to a perceived wrong or injury 
Transitive: to revenge sth | to revenge oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
revenge
γ΄ ενικό πρόσωπο
revenges
ενεστώτα μετοχή
revenging
απλός αόριστος
revenged
παθητική μετοχή
revenged
Παραδείγματα
He vowed to revenge himself on his enemies for their betrayal. 

Ορκίστηκε να εκδικηθεί τους εχθρούς του για την προδοσία τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store