Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reunite
01
επανενώνω, ξανασμίγω
to bring together again, especially after a period of separation
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reunite
γ΄ ενικό πρόσωπο
reunites
ενεστώτα μετοχή
reuniting
απλός αόριστος
reunited
παθητική μετοχή
reunited
Παραδείγματα
The long-lost friends were thrilled to reunite after years apart.
Οι παλιοί φίλοι που είχαν χαθεί ήταν ενθουσιασμένοι που ξαναβρέθηκαν μετά από χρόνια χωρισμού.
02
επανενώνω, ξανασμίγω
to cause people or things that were separated to come together once more
Transitive: to reunite two or more people | to reunite sb with sb
Παραδείγματα
The charity worked to reunite lost pets with their owners after the storm.
Η φιλανθρωπική οργάνωση εργάστηκε για να επανενώσει τα χαμένα κατοικίδια με τους ιδιοκτήτες τους μετά τη θύελλα.
Λεξικό Δέντρο
reunite
unite



























