retinue
re
ˈrɛ
re
ti
ti
nue
nju:
nyoo
retina

Ορισμός και σημασία του "retinue"στα αγγλικά

01

ακολουθία, συνοδεία

a group of attendants or followers, typically accompanying an important person 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
retinues
Παραδείγματα
The queen's retinue included her trusted advisors, guards, and ladies-in-waiting, who attended to her every need. 

Η αυλή της βασίλισσας περιλάμβανε τους έμπιστους σύμβουλές της, τους φύλακες και τις κυρίες της, οι οποίες φρόντιζαν για κάθε της ανάγκη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store