Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Retail
01
λεπτομερειακό εμπόριο, πώληση λιανικής
the activity of selling goods or products directly to consumers, typically in small quantities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The company shifted its focus from wholesale to retail to reach more customers.
Η εταιρεία μετέφερε την εστίασή της από το χονδρικό στο λεπτομερειακό για να φτάσει σε περισσότερους πελάτες.
to retail
01
πωλώ λιανικά, εμπορεύομαι
to sell small quantities of goods directly to customers
Transitive: to retail goods
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
retail
γ΄ ενικό πρόσωπο
retails
ενεστώτα μετοχή
retailing
απλός αόριστος
retailed
παθητική μετοχή
retailed
Παραδείγματα
Local businesses often retail fresh produce to community members.
Οι τοπικές επιχειρήσεις πωλούν συχνά φρέσκα προϊόντα σε μέλη της κοινότητας.
02
πωλώ λιανικά, είναι διαθέσιμο προς πώληση
to be available for sale to consumers in a store or similar setting
Intransitive
Παραδείγματα
These gadgets retail at most electronic shops.
Αυτά τα gadget πωλούνται στα περισσότερα ηλεκτρονικά καταστήματα.
03
πωλώ λιανικά, πωλούνται λιανικά
to be sold at a specific price to consumers
Intransitive: to retail for a price | to retail at a price
Παραδείγματα
The new sneakers will retail for $150.
Τα νέα παπούτσια θα πωλούνται σε λιανική τιμή 150 δολαρίων.
retail
01
λεπτομερειακά, σε λιανική πώληση
at the price typically charged to consumers in stores or similar settings
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The shoes are sold retail at $150 per pair.
Τα παπούτσια πωλούνται λινάρισμα στα 150 $ το ζευγάρι.
02
λεπτομερώς, σε λιανική πώληση
in a manner intended for sale to the public or end consumers through stores or direct sales channels
Παραδείγματα
The new line of shoes is marketed retail across the country.
Η νέα σειρά παπουτσιών πωλείται λιμενικά σε όλη τη χώρα.



























