resuscitation
Pronunciation
/ɹɪˌsəsɪˈteɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "resuscitation"στα αγγλικά

01

αναβίωση

the act of recovering someone to a state of consciousness or life
resuscitation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The resuscitation team was on standby during the high-risk surgery, ready to act if the patient's heart stopped beating.
Η ομάδα αναζωογόνησης ήταν σε ετοιμότητα κατά τη διάρκεια της επέμβασης υψηλού κινδύνου, έτοιμη να δράσει αν η καρδιά του ασθενούς σταματούσε να χτυπά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store