Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Resuscitation
01
αναβίωση
the act of recovering someone to a state of consciousness or life
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The paramedics performed CPR and used a defibrillator during the resuscitation attempt to revive the heart attack victim.
Οι παραϊατροί πραγματοποίησαν CPR και χρησιμοποίησαν απινιδωτή κατά την προσπάθεια αναζωογόνησης για να αναζωογονήσουν το θύμα καρδιακής προσβολής.
Λεξικό Δέντρο
resuscitation
resuscitate
resuscit



























