rest home
rest
rɛst
rest
home
həʊm
hewm

Ορισμός και σημασία του "rest home"στα αγγλικά

01

γηροκομείο, οίκος ευγηρίας

a residential facility where elderly or chronically ill people live and receive general care and supervision 
rest home definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rest homes
Παραδείγματα
Her grandmother moved into a rest home after her mobility declined. 

Η γιαγιά της μετακόμισε σε ένα γηροκομείο αφού η κινητικότητά της μειώθηκε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store