residence
re
ˈrɛ
re
si
zɪ
zi
dence
dəns
dēns
resilience

Ορισμός και σημασία του "residence"στα αγγλικά

01

κατοικία, έπαυλη

a large and imposing house 
residence definition and meaning
02

κατοικία, κατοικημένη περιοχή

a place where someone lives, typically their home 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
residences
Παραδείγματα
His residence is located in a quiet neighborhood, away from the hustle and bustle of the city. 

Η κατοικία του βρίσκεται σε μια ήσυχη γειτονιά, μακριά από τη φασαρία της πόλης.

03

κατοικία, κατοίκηση

the act of dwelling in a place 
04

κατοικία, κατοικητήριο

the official house or establishment of an important person (as a sovereign or president) 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

residency
residence
resid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store