to reset
re
ri:
ri
set
ˈsɛt
set
revetreseatresectresent

Ορισμός και σημασία του "reset"στα αγγλικά

to reset
01

επαναφέρω, επανεκκινώ

to turn a system off and on again 
Transitive: to reset a system
to reset definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reset
γ΄ ενικό πρόσωπο
resets
ενεστώτα μετοχή
resetting
απλός αόριστος
reset
παθητική μετοχή
reset
Παραδείγματα
When the computer froze, she had to reset it to get it working again. 

Όταν ο υπολογιστής πάγωσε, έπρεπε να τον επανεκκινήσει για να λειτουργήσει ξανά.

02

επαναφέρω, μηδενίζω

to adjust a device or instrument so that its measurement or reading returns to zero 
Transitive: to reset a device
Παραδείγματα
He reset the stopwatch to zero before starting the next lap. 

Επαναφέρει το χρονόμετρο στο μηδέν πριν ξεκινήσει τον επόμενο γύρο.

03

επαναφέρω, ρυθμίζω ξανά

to adjust or arrange something again or in a new way 
Transitive: to reset sth
Παραδείγματα
She reset the alarm clock to wake up an hour earlier. 

Επανέρθε το ξυπνητήρι για να ξυπνήσει μια ώρα νωρίτερα.

01

επαναφορά, επαναρχικοποίηση

device for resetting instruments or controls 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
resets
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store