reservist
re
ˈrɛ
re
ser
vist
vɪst
vist

Ορισμός και σημασία του "reservist"στα αγγλικά

01

εφεδρικός, στρατιώτης της εφεδρείας

a member of the military reserve who trains and can be called to active service when needed 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reservists
Παραδείγματα
He works as a teacher and serves as a reservist. 

Εργάζεται ως δάσκαλος και υπηρετεί ως εφεδρικός.

Λεξικό Δέντρο

reservist
reserve
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store