Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reservist
01
εφεδρικός, στρατιώτης της εφεδρείας
a member of the military reserve who trains and can be called to active service when needed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
reservists
αρσενικό ενικό
reservist
neutral form
reserve member
Παραδείγματα
He works as a teacher and serves as a reservist.
Εργάζεται ως δάσκαλος και υπηρετεί ως εφεδρικός.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
reservist
reserve



























