Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to resent
01
δυσαρεστούμαι, αισθάνομαι πικραμένος
to feel irritated, angry, or displeased about something
Transitive: to resent sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
resent
γ΄ ενικό πρόσωπο
resents
ενεστώτα μετοχή
resenting
απλός αόριστος
resented
παθητική μετοχή
resented
Παραδείγματα
She resents having to do all the household chores while her siblings do nothing.
Αισθάνεται πικρία που πρέπει να κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού ενώ τα αδέρφια της δεν κάνουν τίποτα.
Λεξικό Δέντρο
resentful
resentment
resent



























