Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rescuer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rescuers
Παραδείγματα
The rescuer pulled the injured hiker from the mountain.
Ο διασώστης τράβηξε τον τραυματισμένο πεζοπόρο από το βουνό.
02
σωτήρας, σωτήρια
a person who prevents failure or loss
Παραδείγματα
The negotiator served as a rescuer during the business crisis.
Ο διαπραγματευτής υπηρέτησε ως σωτήρας κατά τη διάρκεια της επιχειρηματικής κρίσης.
Λεξικό Δέντρο
rescuer
rescue



























