rescuer
res
ˈrɛs
res
cuer
kju:ə
kyooē

Ορισμός και σημασία του "rescuer"στα αγγλικά

01

διασώστης, σωτήρας

someone who saves a person or animal from a critical or harmful situation 
rescuer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rescuers
Παραδείγματα
The rescuer pulled the injured hiker from the mountain. 

Ο διασώστης τράβηξε τον τραυματισμένο πεζοπόρο από το βουνό.

02

σωτήρας, σωτήρια

a person who prevents failure or loss 
Παραδείγματα
The negotiator served as a rescuer during the business crisis. 

Ο διαπραγματευτής υπηρέτησε ως σωτήρας κατά τη διάρκεια της επιχειρηματικής κρίσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

rescuer
rescue
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store