rescuer
Pronunciation
/ˈɹɛsˌkjuɝ/

Ορισμός και σημασία του "rescuer"στα αγγλικά

01

διασώστης, σωτήρας

someone who saves a person or animal from a critical or harmful situation
rescuer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rescuers
Παραδείγματα
The story highlighted the rescuer's role in the successful rescue operation.
Η ιστορία τόνισε το ρόλο του διασώστη στην επιτυχημένη επιχείρηση διάσωσης.
02

σωτήρας, σωτήρια

a person who prevents failure or loss
Παραδείγματα
His quick thinking made him a rescuer in the emergency meeting.
Η γρήγορη σκέψη του τον έκανε σωτήρα στην έκτακτη συνάντηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store