Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Research
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Mark spent hours in the library doing research for his history paper.
Ο Μαρκ πέρασε ώρες στη βιβλιοθήκη κάνοντας έρευνα για την ιστορική του εργασία.
to research
01
ερευνώ, μελετώ
to study a subject carefully and systematically to discover new facts or information about it
Transitive: to research sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
research
γ΄ ενικό πρόσωπο
researches
ενεστώτα μετοχή
researching
απλός αόριστος
researched
παθητική μετοχή
researched
Παραδείγματα
Before buying a new laptop, I researched different brands and models.
Πριν αγοράσω ένα νέο laptop, έκανα έρευνα σε διάφορες μάρκες και μοντέλα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
research
search



























