research
Pronunciation
/ˈriːˌsɜrʧ/ , /rɪˈsɜrʧ/

Ορισμός και σημασία του "research"στα αγγλικά

01

έρευνα

a careful and systematic study of a subject to discover new facts or information about it
research definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The team 's research on consumer behavior guided their marketing strategy for the new product.
Η έρευνα της ομάδας για τη συμπεριφορά των καταναλωτών καθοδήγησε τη στρατηγική μάρκετινγκ τους για το νέο προϊόν.
to research
01

ερευνώ, μελετώ

to study a subject carefully and systematically to discover new facts or information about it
Transitive: to research sth
to research definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
research
γ΄ ενικό πρόσωπο
researches
ενεστώτα μετοχή
researching
απλός αόριστος
researched
παθητική μετοχή
researched
Παραδείγματα
The students researched different sources for their science project.
Οι μαθητές έκαναν έρευνα σε διαφορετικές πηγές για το επιστημονικό τους project.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store