Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rescind
01
ανακλώ, ακυρώνω
to officially cancel a law, decision, agreement, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rescind
γ΄ ενικό πρόσωπο
rescinds
ενεστώτα μετοχή
rescinding
απλός αόριστος
rescinded
παθητική μετοχή
rescinded
Παραδείγματα
The board is currently rescinding the previous decision due to new evidence.
Το συμβούλιο ανακαλεί τώρα την προηγούμενη απόφαση λόγω νέων αποδεικτικών στοιχείων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
rescindable
rescind



























