Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rescind
01
ανακλώ, ακυρώνω
to officially cancel a law, decision, agreement, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rescind
γ΄ ενικό πρόσωπο
rescinds
ενεστώτα μετοχή
rescinding
απλός αόριστος
rescinded
παθητική μετοχή
rescinded
Παραδείγματα
The company has rescinded the controversial policy after receiving significant backlash from employees.
Η εταιρεία απέσυρε την αμφιλεγόμενη πολιτική μετά από σημαντική αντίδραση από τους υπαλλήλους.
Λεξικό Δέντρο
rescindable
rescind



























