to rescind
resc
ˈrɪs
ρισ
ind
ɪnd
ινντ
twinnedskinnedthinneddownwind

Ορισμός και σημασία του "rescind"στα αγγλικά

to rescind
01

ανακλώ, ακυρώνω

to officially cancel a law, decision, agreement, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rescind
γ΄ ενικό πρόσωπο
rescinds
ενεστώτα μετοχή
rescinding
απλός αόριστος
rescinded
παθητική μετοχή
rescinded
Παραδείγματα
The board is currently rescinding the previous decision due to new evidence. 

Το συμβούλιο ανακαλεί τώρα την προηγούμενη απόφαση λόγω νέων αποδεικτικών στοιχείων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

rescindable
rescind
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store