Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Repulsion
01
απέχθεια, έντονη απέχθεια
intense hatred or disgust
02
απώθηση, δύναμη απώθησης
the force by which bodies repel one another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
repulsions
03
απώθηση, επιτυχής αμυντική στάση
the act of repulsing or repelling an attack; a successful defensive stand
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
repulsion
repulse
pulse



























