Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Repugnance
01
αηδία, ακραία απέχθεια
an extreme aversion or hostility that one has to someone or something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
repugnances
Παραδείγματα
She felt repugnance at the idea of cheating.
Ένιωσε απέχθεια με την ιδέα της εξαπάτησης.
02
απέχθεια, ασυμβατότητα
the relation between propositions that cannot both be true at the same time
Λεξικό Δέντρο
repugnance
repugn



























