Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reproduce
01
αναπαράγω, πολλαπλασιάζομαι
(of a living being) to produce offspring or more of itself
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reproduce
γ΄ ενικό πρόσωπο
reproduces
ενεστώτα μετοχή
reproducing
απλός αόριστος
reproduced
παθητική μετοχή
reproduced
Παραδείγματα
Animals reproduce by giving birth to or laying eggs that hatch into offspring.
Τα ζώα αναπαράγονται γεννώντας ή κładώντας αυγά που εκκολάπτονται σε απογόνους.
02
αναπαράγω, αντιγράφω
to create a copy of something
Transitive: to reproduce sth
Παραδείγματα
The artist reproduced the famous painting using oil paints.
Ο καλλιτέχνης αναπαράγει το διάσημο πίνακα χρησιμοποιώντας ελαιοχρώματα.
03
αναπαράγω, ανακαλώ
to recall or recreate a scene, event, or feeling from memory or imagination
Transitive: to reproduce a memory
Παραδείγματα
He reproduced the moment of their first meeting vividly in his mind.
Ανέπαψε ζωντανά στη σκέψη του τη στιγμή της πρώτης τους συνάντησης.
04
αναπαράγω, αντιγράφω
to create a copy or an exact representation of something
Transitive: to reproduce sth
Παραδείγματα
He reproduced the song’s melody on the piano from memory.
Ανέπαψε τη μελωδία του τραγουδιού στο πιάνο από μνήμης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
reproducible
reproduce
produce



























