reprobate
rep
ˈrɛp
rep
ro
bate
beɪt
beit

Ορισμός και σημασία του "reprobate"στα αγγλικά

01

εκφυλισμένος, άθλιος

an individual who lacks morality and principle 
reprobate definition and meaning
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reprobates
Παραδείγματα
That reprobate lied to everyone and stole their money. 

Αυτός ο ασεβής είπε ψέματα σε όλους και έκλεψε τα χρήματά τους.

to reprobate
01

απορρίπτω, αποδοκιμάζω

to declare invalid or refuse to accept something, such as a document or proposal 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reprobate
γ΄ ενικό πρόσωπο
reprobates
ενεστώτα μετοχή
reprobating
απλός αόριστος
reprobated
παθητική μετοχή
reprobated
Παραδείγματα
The committee reprobated the contract due to missing signatures. 

Η επιτροπή απέρριψε τη σύμβαση λόγω ελλείψεων υπογραφών.

02

καταδικάζω, επικρίνω

to express strong disapproval of someone or something 
Παραδείγματα
The principal reprobated the students' disruptive behavior. 

Ο διευθυντής καταδίκασε την επαναστατική συμπεριφορά των μαθητών.

03

καταδικάζω, καταριέμαι

to consign to eternal damnation, often in a theological or moral sense 
Παραδείγματα
The preacher warned that unrepentant souls would be reprobated. 

Ο ιεροκήρυκας προειδοποίησε ότι οι άμετανοιωτές ψυχές θα καταδικαστούν.

01

εκφυλισμένος, διεφθαρμένος

morally corrupt or depraved 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reprobate
συγκριτικός βαθμός
more reprobate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The novel tells the story of a reprobate gambler who loses everything. 

Το μυθιστόρημα αφηγείται την ιστορία ενός εξαγριωμένου τζογαδόρου που χάνει τα πάντα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store