Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reprobate
01
εκφυλισμένος, άθλιος
an individual who lacks morality and principle
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reprobates
Παραδείγματα
That reprobate lied to everyone and stole their money.
Αυτός ο ασεβής είπε ψέματα σε όλους και έκλεψε τα χρήματά τους.
to reprobate
01
απορρίπτω, αποδοκιμάζω
to declare invalid or refuse to accept something, such as a document or proposal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reprobate
γ΄ ενικό πρόσωπο
reprobates
ενεστώτα μετοχή
reprobating
απλός αόριστος
reprobated
παθητική μετοχή
reprobated
Παραδείγματα
The committee reprobated the contract due to missing signatures.
Η επιτροπή απέρριψε τη σύμβαση λόγω ελλείψεων υπογραφών.
02
καταδικάζω, επικρίνω
to express strong disapproval of someone or something
Παραδείγματα
The principal reprobated the students' disruptive behavior.
Ο διευθυντής καταδίκασε την επαναστατική συμπεριφορά των μαθητών.
03
καταδικάζω, καταριέμαι
to consign to eternal damnation, often in a theological or moral sense
Παραδείγματα
The preacher warned that unrepentant souls would be reprobated.
Ο ιεροκήρυκας προειδοποίησε ότι οι άμετανοιωτές ψυχές θα καταδικαστούν.
reprobate
01
εκφυλισμένος, διεφθαρμένος
morally corrupt or depraved
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reprobate
συγκριτικός βαθμός
more reprobate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The novel tells the story of a reprobate gambler who loses everything.
Το μυθιστόρημα αφηγείται την ιστορία ενός εξαγριωμένου τζογαδόρου που χάνει τα πάντα.



























