Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reproachful
01
επιτιμητικός, κατακριτικός
showing disapproval, blame, or disappointment, often as a way to correct or remind someone of their fault
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reproachful
συγκριτικός βαθμός
more reproachful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She gave him a reproachful look when he arrived late again.
Του έριξε μια επιπληκτική ματιά όταν έφτασε αργά ξανά.
Λεξικό Δέντρο
reproachfully
reproachful
reproach



























