reprisal
rep
ˈrɪp
rip
ri
raɪ
rai
sal
zəl
zēl
reproval

Ορισμός και σημασία του "reprisal"στα αγγλικά

01

αντίποινα, εκδίκηση

the act of hurting or damaging one's opponent or enemy in retaliation for the hurt or damage they inflicted upon one 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
reprisals
Παραδείγματα
The country launched a military reprisal after the enemy’s surprise invasion. 

Η χώρα εξαπέλυσε μια στρατιωτική αντίποινα μετά την έκπληξη εισβολής του εχθρού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store