replenishment
rep
ˈrɪp
rip
le
le
nish
nɪʃ
nish
ment
mənt
mēnt

Ορισμός και σημασία του "replenishment"στα αγγλικά

01

επανόρθωση, αναπλήρωση

the process of refilling or restoring something to its original level or condition 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
replenishments
Παραδείγματα
The replenishment of the pantry was necessary after the long winter months. 

Η επανόρθωση της παντρίας ήταν απαραίτητη μετά τους μακρούς χειμερινούς μήνες.

Λεξικό Δέντρο

replenishment
replenish
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store