Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reorganize
01
αναδιοργανώνω, αναδιάτασσω
to adjust the structure or layout of something in a new way
Transitive: to reorganize a layout or structure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reorganize
γ΄ ενικό πρόσωπο
reorganizes
ενεστώτα μετοχή
reorganizing
απλός αόριστος
reorganized
παθητική μετοχή
reorganized
Παραδείγματα
The manager decided to reorganize the office layout to improve workflow and efficiency.
Ο διευθυντής αποφάσισε να αναδιοργανώσει τη διάταξη του γραφείου για να βελτιώσει τη ροή εργασίας και την αποτελεσματικότητα.
02
αναδιοργανώνω, αναδομώ
to go through a process of being restructured
Intransitive
Παραδείγματα
The company had to reorganize after the merger to improve efficiency.
Η εταιρεία έπρεπε να αναδιοργανωθεί μετά τη συγχώνευση για να βελτιώσει την αποδοτικότητα.
Λεξικό Δέντρο
reorganize
organize
organ



























