Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Renown
01
φήμη, δόξα
the state of being admired and respected by many people
Παραδείγματα
The writer 's renown came from his ability to craft stories that resonated deeply with readers.
Η φήμη του συγγραφέα προέρχονταν από την ικανότητά του να δημιουργεί ιστορίες που αντήχησαν βαθιά στους αναγνώστες.



























