renegade
Pronunciation
/ˈɹɛnəˌɡeɪd/

Ορισμός και σημασία του "renegade"στα αγγλικά

01

αποστάτης, προδότης

a person disloyal, rebellious, or acting outside rules
renegade definition and meaning
disapproving
informal
Παραδείγματα
He 's a renegade, always defying authority.
Είναι ένας αποστάτης, που πάντα αψηφά την εξουσία.
02

αποστάτης, επαναστάτης

someone who rejects conventional behavior or allegiance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
renegades
Παραδείγματα
The renegade deserted his unit and joined forces with the enemy, earning the disdain of his former comrades.
Ο αποστάτης εγκατέλειψε τη μονάδα του και ενώθηκε με τις εχθρικές δυνάμεις, κερδίζοντας την περιφρόνηση των πρώην συντρόφων του.
to renegade
01

απαρνούμαι, διακόπτω με

break with established customs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
renegade
γ΄ ενικό πρόσωπο
renegades
ενεστώτα μετοχή
renegading
απλός αόριστος
renegaded
παθητική μετοχή
renegaded
01

αποστάτης, προδότης

having deserted a cause or principle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most renegade
συγκριτικός βαθμός
more renegade
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store