Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Renegade
01
αποστάτης, προδότης
a person disloyal, rebellious, or acting outside rules
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
That renegade refused to follow the team's plan.
Αυτός ο αποστάτης αρνήθηκε να ακολουθήσει το σχέδιο της ομάδας.
02
αποστάτης, επαναστάτης
someone who rejects conventional behavior or allegiance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
renegades
Παραδείγματα
She was considered a renegade for her unconventional style and refusal to conform to traditional artistic norms.
Θεωρήθηκε αποστάτης για το ασυνήθιστο στυλ της και την άρνησή της να συμμορφωθεί με τις παραδοσιακές καλλιτεχνικές νόρμες.
to renegade
01
απαρνούμαι, διακόπτω με
break with established customs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
renegade
γ΄ ενικό πρόσωπο
renegades
ενεστώτα μετοχή
renegading
απλός αόριστος
renegaded
παθητική μετοχή
renegaded
renegade
01
αποστάτης, προδότης
having deserted a cause or principle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most renegade
συγκριτικός βαθμός
more renegade
διαβαθμίσιμο



























