Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rend
01
σκίζω, ξεσκίζω
to tear something forcefully
Transitive: to rend sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rend
γ΄ ενικό πρόσωπο
rends
ενεστώτα μετοχή
rending
απλός αόριστος
rent
παθητική μετοχή
rent
Παραδείγματα
In a fit of rage, he tried to rend the fabric but only succeeded in damaging it further.
Σε μια έκρηξη οργής, προσπάθησε να σκίσει το ύφασμα αλλά κατάφερε μόνο να το καταστρέψει περισσότερο.
02
σκίζω, ραγίζω
to become torn
Intransitive
Παραδείγματα
The thunderous sound echoed through the valley as the earthquake caused the ground to rend.
Ο βροντερός ήχος αντηχήσε στην κοιλάδα καθώς ο σεισμός προκάλεσε το έδαφος να σκίσει.
Λεξικό Δέντρο
rending
rendition
rend



























