Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rename
01
μετονομάζω, αλλάζω όνομα
to give a new name to someone or something
Transitive: to rename sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rename
γ΄ ενικό πρόσωπο
renames
ενεστώτα μετοχή
renaming
απλός αόριστος
renamed
παθητική μετοχή
renamed
Παραδείγματα
The author had to rename the book because another work with a similar title had been recently published.
Ο συγγραφέας έπρεπε να μετονομάσει το βιβλίο επειδή ένα άλλο έργο με παρόμοιο τίτλο είχε δημοσιευτεί πρόσφατα.
Λεξικό Δέντρο
rename
name



























