Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rename
01
μετονομάζω, αλλάζω όνομα
to give a new name to someone or something
Transitive: to rename sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rename
γ΄ ενικό πρόσωπο
renames
ενεστώτα μετοχή
renaming
απλός αόριστος
renamed
παθητική μετοχή
renamed
Παραδείγματα
She decided to rename her cat from "Fluffy" to "Whiskers" after adopting him.
Αποφάσισε να μετονομάσει τη γάτα της από "Fluffy" σε "Whiskers" αφού την υιοθέτησε.
Λεξικό Δέντρο
rename
name



























