removal
Pronunciation
/ɹɪˈmuvəɫ/

Ορισμός και σημασία του "removal"στα αγγλικά

01

αφαίρεση, απομάκρυνση

the act of removing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

απομάκρυνση, παύση

dismissal from office
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store