removal
re
ri
mo
ˈmu:
moo
val
vəl
vēl
disapproval

Ορισμός και σημασία του "removal"στα αγγλικά

01

αφαίρεση, απομάκρυνση

the act of removing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

απομάκρυνση, παύση

dismissal from office 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store