Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Removal
01
αφαίρεση, απομάκρυνση
the act of removing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
απομάκρυνση, παύση
dismissal from office
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αφαίρεση, απομάκρυνση
απομάκρυνση, παύση