Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Remoteness
01
απομακρυσμένη, ψυχρότητα
a disposition to be distant and unsympathetic in manner
02
απομακρυσμένη, απομόνωση
the property of being remote
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
remotenesses
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
remoteness
remote



























