Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remorselessly
01
αμείλικτα, χωρίς τύψεις
in a cruel or unfeeling way, showing no sympathy or regret
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The soldiers remorselessly shelled the village.
Οι στρατιώτες βομβάρδισαν αλύπητα το χωριό.
02
αμείλικτα, αδιάκοπα
without pause or relief
Παραδείγματα
The storm raged remorselessly through the night.
Η καταιγίδα λάβρωσε αμείλικτα όλη τη νύχτα.
Λεξικό Δέντρο
remorselessly
remorseless
remorse



























