remorse
re
ri
morse
ˈmɔ:s
maws
divorceenforceendorsehoarse

Ορισμός και σημασία του "remorse"στα αγγλικά

01

μετάνοια

a sense of great regret that one feels as a result of having done something bad or wrong 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He felt deep remorse after realizing how his actions had hurt others. 

Ένιωσε βαθιά μετάνοια αφού συνειδητοποίησε πώς οι πράξεις του είχαν πληγώσει άλλους.

Λεξικό Δέντρο

remorseful
remorseless
remorse
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store