Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remindful
01
υπενθυμιστικός, αναμνηστικός
having the quality of bringing something to mind or causing someone to remember
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most remindful
συγκριτικός βαθμός
more remindful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The painting was remindful of the artist's earlier work.
Ο πίνακας ήταν υπενθυμιστικός των προηγούμενων έργων του καλλιτέχνη.
Λεξικό Δέντρο
remindful
mindful
mind



























