Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to remarry
01
ξαναπαντρεύομαι, παντρεύομαι ξανά
to marry again after the death of a previous spouse or after a divorce
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
remarry
γ΄ ενικό πρόσωπο
remarries
ενεστώτα μετοχή
remarrying
απλός αόριστος
remarried
παθητική μετοχή
remarried
Παραδείγματα
After her divorce, she decided to remarry and found love again.
Μετά το διαζύγιό της, αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί και βρήκε ξανά αγάπη.
Λεξικό Δέντρο
remarry
marry



























