relocation
Pronunciation
/ˌɹiˈɫoʊˈkeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "relocation"στα αγγλικά

01

μετακόμιση, επανατοποθέτηση

the act of moving from one place to another, especially to a new home or office
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
relocations
Παραδείγματα
The relocation to a larger space allowed the team to work more efficiently.
Η μετακόμιση σε έναν μεγαλύτερο χώρο επέτρεψε στην ομάδα να εργαστεί πιο αποτελεσματικά.
02

μετακίνηση, επανεγκατάσταση

the transportation of people (as a family or colony) to a new settlement (as after an upheaval of some kind)

Λεξικό Δέντρο

relocation
location
locate
loc
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store