Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
relentless
01
αμείλικτος, ακούραστος
(of a person) never stopping or giving up
Παραδείγματα
The detective was relentless in his search for the truth, refusing to stop until the case was solved.
Ο ντετέκτιβ ήταν αμείλικτος στην αναζήτησή του για την αλήθεια, αρνούμενος να σταματήσει μέχρι να λυθεί η υπόθεση.
02
αμείλικτος, αδιάκοπος
continuing with the same level of intensity without becoming weaker or less forceful
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most relentless
συγκριτικός βαθμός
more relentless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The relentless rain kept pouring for days, causing widespread flooding.
Η αμείλικτη βροχή συνέχιζε να πέφτει για μέρες, προκαλώντας εκτεταμένες πλημμύρες.
Λεξικό Δέντρο
relentlessly
relentlessness
relentless



























