Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
relentless
01
αμείλικτος, ακούραστος
(of a person) never stopping or giving up
Παραδείγματα
The coach was relentless in pushing the players to improve their performance.
Ο προπονητής ήταν αμείλικτος στο να πιέζει τους παίκτες να βελτιώσουν την απόδοσή τους.
02
αμείλικτος, αδιάκοπος
continuing with the same level of intensity without becoming weaker or less forceful
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most relentless
συγκριτικός βαθμός
more relentless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The heat in the desert was relentless, making it nearly impossible to stay outside for long.
Η ζέστη στην έρημο ήταν αμείλικτη, κάνοντας σχεδόν αδύνατο να μείνεις έξω για πολύ.
Λεξικό Δέντρο
relentlessly
relentlessness
relentless



























